Κρείττον σιγάν
Better Silent αποφάνθηκε ο Shakespeare δια στόματος του γεροβασιλιά Lear ως retrospective ματιά στην όλη του πορεία. Το ίδιο αίτημα εγείρει με την γλυπτική του ο Νίκος Τόλης απέναντι στο αστικό τοπίο. Τα έργα αυτής της τελευταίας ενότητας που παρουσιάζει θέτουν δύο ουσιαστικά αισθητικά ζητήματα.
Πρώτον την υφέρπουσα αντίφαση ανάμεσα στο δύσχρηστο σκληρό υλικό που χρησιμοποιεί και στις εξαιρετικά ευέλικτες, απαλά περιελισσόμενες φόρμες που καταλήγει να δημιουργη, ενδεδυμένες με έντονα κορεσμένα χρώματα.
Δεύτερον την δυναμική των όγκων του, που ασχέτως των μεγεθών τα οποία προτείνονται, υποχρεώνουν τον θεωρό να τα φανταστή υπερμεγέθη και αντιτασσόμενα σε κτίρια ή σε τοπία, διατηρώντας στο ακέραιο την προϋπόθεση του περίοπτου.
Και τα δύο τούτα ζητήματα έχουν τεθή στην γλυπτική από τον Μοντερνισμό και μετά από μια πολύ ιδιαίτερη σειρά γλυπτών που συνδιαλέχθηκαν με την Αρχιτεκτονική κατά τρόπους εντελώς διαφορετικούς από εκείνους των αναγεννησιακών προγόνων της συντεχνίας τους και από την σχέση της με τους αναγεννησιακούς αρχιτέκτονες.
Ο Τόλης ανήκει ακριβώς στους επιγόνους τούτης της γραμμής σκέψης, τόσο ως καθαρόαιμος μαθητής του Φώτη Χατζηιωαννίδη, όσο και ως μεταπτυχιακός και διδακτορικός ερευνητής στο Λονδίνο, όπου άρχισε να θεμελιώνη έναν ανοικτό διάλογο με σημαντικούς αστικούς αρχιτέκτονες, όπως ο Allto και η Hadid.
Επέλεξε εντελώς συνειδητά την δύσκολη για τα εγχώρια δεδομένα οδό της βασικής γλυπτικής δημοσίου χώρου, δίχως χαρακτηριστικά που θα τον έφερναν είτε στην περιοχή του design, είτε στο αμφίβολο πεδίο της quasi γλυπτικής των μικροκατασκευών που μπορούν να πουληθούν εύκολα για να στολίσουν σαλόνια ή τέλος στην θλιβερή κατάληξη των ανδριάντων και μνημείων ειδικής παραγγελίας.
Με εμμονική επιμονή αποδεικνύει την συνεχή εξέλιξή του σε επίπεδο ευρωπαϊκών δεδομένων, επειδή ακριβώς είναι βαθύς γνώστης των γλυπτικών υλικών, αλλά και δεινός σχεδιαστής. Ελπίζουμε να δούμε περισσότερα έργα του στον στερημένο ελληνικό δημόσιο χώρο.
Αθήνα 6 Φεβρουαρίου 2020
Η επιμελήτρια
Ρεγγίνα Αργυράκη – Χριστοδουλίδη
Καθ. Φιλοσοφίας της Τέχνης, Σχολής Καλών Τεχνών - ΑΠΘ
Η συνεπιμελήτρια
Τζίνη Γεννηματά
Υποψήφια Διδάκτωρ, Σχολή Καλών Τεχνών- ΑΠΘ
Better Silent αποφάνθηκε ο Shakespeare δια στόματος του γεροβασιλιά Lear ως retrospective ματιά στην όλη του πορεία. Το ίδιο αίτημα εγείρει με την γλυπτική του ο Νίκος Τόλης απέναντι στο αστικό τοπίο. Τα έργα αυτής της τελευταίας ενότητας που παρουσιάζει θέτουν δύο ουσιαστικά αισθητικά ζητήματα.
Πρώτον την υφέρπουσα αντίφαση ανάμεσα στο δύσχρηστο σκληρό υλικό που χρησιμοποιεί και στις εξαιρετικά ευέλικτες, απαλά περιελισσόμενες φόρμες που καταλήγει να δημιουργη, ενδεδυμένες με έντονα κορεσμένα χρώματα.
Δεύτερον την δυναμική των όγκων του, που ασχέτως των μεγεθών τα οποία προτείνονται, υποχρεώνουν τον θεωρό να τα φανταστή υπερμεγέθη και αντιτασσόμενα σε κτίρια ή σε τοπία, διατηρώντας στο ακέραιο την προϋπόθεση του περίοπτου.
Και τα δύο τούτα ζητήματα έχουν τεθή στην γλυπτική από τον Μοντερνισμό και μετά από μια πολύ ιδιαίτερη σειρά γλυπτών που συνδιαλέχθηκαν με την Αρχιτεκτονική κατά τρόπους εντελώς διαφορετικούς από εκείνους των αναγεννησιακών προγόνων της συντεχνίας τους και από την σχέση της με τους αναγεννησιακούς αρχιτέκτονες.
Ο Τόλης ανήκει ακριβώς στους επιγόνους τούτης της γραμμής σκέψης, τόσο ως καθαρόαιμος μαθητής του Φώτη Χατζηιωαννίδη, όσο και ως μεταπτυχιακός και διδακτορικός ερευνητής στο Λονδίνο, όπου άρχισε να θεμελιώνη έναν ανοικτό διάλογο με σημαντικούς αστικούς αρχιτέκτονες, όπως ο Allto και η Hadid.
Επέλεξε εντελώς συνειδητά την δύσκολη για τα εγχώρια δεδομένα οδό της βασικής γλυπτικής δημοσίου χώρου, δίχως χαρακτηριστικά που θα τον έφερναν είτε στην περιοχή του design, είτε στο αμφίβολο πεδίο της quasi γλυπτικής των μικροκατασκευών που μπορούν να πουληθούν εύκολα για να στολίσουν σαλόνια ή τέλος στην θλιβερή κατάληξη των ανδριάντων και μνημείων ειδικής παραγγελίας.
Με εμμονική επιμονή αποδεικνύει την συνεχή εξέλιξή του σε επίπεδο ευρωπαϊκών δεδομένων, επειδή ακριβώς είναι βαθύς γνώστης των γλυπτικών υλικών, αλλά και δεινός σχεδιαστής. Ελπίζουμε να δούμε περισσότερα έργα του στον στερημένο ελληνικό δημόσιο χώρο.
Αθήνα 6 Φεβρουαρίου 2020
Η επιμελήτρια
Ρεγγίνα Αργυράκη – Χριστοδουλίδη
Καθ. Φιλοσοφίας της Τέχνης, Σχολής Καλών Τεχνών - ΑΠΘ
Η συνεπιμελήτρια
Τζίνη Γεννηματά
Υποψήφια Διδάκτωρ, Σχολή Καλών Τεχνών- ΑΠΘ